Skip Navigation Links «Υπερ-λάδια 2012» 30.11.2012 17:04 The Nose 2 FC retro vol.39 FC retro vol.38 20.06.2012 21:27 16.05.2012 19:59 21.03.2012 19:37
Αρχείο κειμένων    

Κουνγκφούκιος νο257

Χωρίς αυτή τη σκοτεινιά / τα χρόνια μένουν άδεια.






Cidade de deus

Άνοιξε το παράθυρο του τρένου. Ο αέρας σάρωσε βίαια το σημαδεμένο του πρόσωπο -και κατ’ επέκταση τα μακριά κόκκινα μαλλιά που το πλαισίωναν- δίνοντάς του με κάθε του ριπή μια διαφορετική αίσθηση βάθους και φωτοσκιάσεων. Το άνοιγμα του παραθύρου έσπασε την απόλυτη σιωπή που κυριαρχούσε για μέρες.

Μια πληθώρα ήχων, κυρίως μηχανικά επαναλαμβανόμενων, μπούκαραν στο κουπέ τόσο δραματικά και ξαφνικά, λες και κάποιος άναψε στο τέρμα μια σβηστή τηλεόραση. Άπαντες μισοέκλεισαν με δυσφορία τα μάτια τους και έγειραν προς τα κάτω τις άκρες των χειλιών τους.

Από το κάδρο του παραθύρου είχαν τις τελευταίες ώρες παρελάσει μύριοι διαφορετικοί πίνακες: νεκρές φύσεις, βυζαντινή τέχνη, κλασικισμός, ρεαλισμός, σοβιετική πρωτοπορία, νατουραλιστικά  θέματα, ιμπρεσιονισμός, μετανεωτερισμός. Τα δυόμιση τελευταία λεπτά όμως, αυτό που αντίκριζαν οι επιβάτες ήταν  μεταβιομηχανικά τοπία, γκρι αποχρώσεων, ένδειξη ότι πλησίαζαν στην ερειπωμένη βιομηχανική ζώνη της πόλης Ζ.

Η περιοχή έμοιαζε στοιχειωμένη, όπως άλλωστε και η όρθια μεταμοντέρνα φιγούρα, η οποία  ενέπνεε στο περιβάλλον της ένα αίσθημα ανασφάλειας ανάλογο με αυτό που προκαλεί στα ζώα της σαβάνας η αναμονή της πρώτης καταιγίδας μετά από ένα ήπιο καλοκαίρι.
Η παρομοίωση υπήρξε ατυχής. Κάνει αρκετή ζέστη και ο αέρας είναι ξηρός, αν και τόσο το τρένο όσο και ο χρόνος βρίσκονταν προ πολλού στα χωροχρονικά όρια του Οκτώβρη του 2019.

Ο στοιχειωμένος νεαρός ήταν ψιλόλιγνος, οι ευτραφείς άλλωστε άνθρωποι σπάνια προκαλούν ανησυχία. Φορούσε χακί παλτό γεμάτο κονκάρδες με επαναστατικό περιεχόμενο αλλά και άλλες με ροκ αναφορές, φαρδύ υφασμάτινο παντελόνι στην απόχρωση του μελιτζανί και μαύρες επιμελώς γυαλισμένες μπότες μέχρι τα γόνατα, οι οποίες στο ύψος των αστραγάλων είχαν από έναν ασημένιο αετό. Τις είχε παραγγείλει μέσω ιντερνέτ, από μια βιοτεχνία του Κεντάκι. Στα αυτιά του ήταν κρεμασμένα δυο χρυσά σκουλαρίκια με σύμβολα των Ίνκας, μπορεί και των Μάγια, εκεί θα τα χαλάσουμε; Δεν ήταν αυτό που φαινόταν, εκτός και αν από την περιγραφή μου καταλάβατε ότι επρόκειτο για τον κληρονόμο μιας μεγαλοαστικής οικογένειας.

Μοιραζόταν, που λέτε, το ίδιο κουπέ με άλλους τρεις κανονικούς ανθρώπους και έναν ξεπεσμένο άγγλο ευγενή, ο οποίος ήταν ντυμένος με ημίψηλο, λευκό πουκάμισο με πιέτες, καρό παπιγιόν και παλιομοδίτικο σμόκιν. Ήταν κι αυτός ψηλός, τόσο που όταν σηκωνόταν όρθιος αναγκαζόταν να βγάζει το καπέλο του προκειμένου να  χωράει στο τρένο. Παρόλο που ήταν εμφανές ότι αποτελούσαν ομάδα, δεν είχαν ανταλλάξει κουβέντα.

«Σε λίγο φτάνουμε», σκέφτηκε ο νεαρός άντρας κλείνοντας το παράθυρο αποφασιστικά. Σε  απάντηση αυτής της σκέψης ο μεσήλικας ευγενής έβαλε στην τσέπη του το ipod του. Σηκώθηκε, με άψογο στυλ. Υποκλίθηκε στους συνεπιβάτες και άρχισε να μαζεύει τις αποσκευές του. Οι τρείς καθήμενοι παρακολουθούσαν τις συγχρονισμένες μεν, βουβές δε, ενέργειες των δυο παράξενων. Οι κινήσεις τους έμοιαζαν ασυνεχείς και σπασμωδικές, σαν δυο μαριονέτων δεμένων με αόρατες κλωστές.

Ο ευγενής βγήκε πρώτος από το κουπέ ένα λεπτό και είκοσι έξι δευτερόλεπτα αργότερα, διακόπτοντας αυτό το ιδιόμορφο σκετσάκι παντομίμας.
«Κανονικός θίασος», σκέφτηκε ένας από τους συνεπιβάτες, δεν έχει σημασία ποιος, ας πούμε ότι εξέφρασε την κοινή γνώμη, αν μπορούμε να μιλάμε για τέτοια όταν τα δεδομένα αφορούν τον μικρόκοσμό ενός κουπέ.

Μερικές στιγμές αργότερα αποχώρησε και ο νεαρός, χωρίς να μαζέψει το άδειο του πακέτο Marlboro, ούτε καν το χάρτινο κυπελάκι με τον μισοτελειωμένο, εδώ και έντεκα ώρες, καφέ. Απέφυγε ακόμα και να χαιρετήσει, εξέλιξη τελείως αναμενόμενη αν κρίνει κανείς από την εν γένεισυμπεριφορά του. «Παράξενη κομπανία», ήταν η τελευταία σκέψη που έκανε πριν βγει από το κουπέ και αφορούσε τις σκονισμένες και άλαλες μορφές των τριών συνταξιδιωτών: ενός ιερέα, ενός στρατιώτη και μιας πιτσιρίκας.

Μια μύγα που μπήκε στο κουπέ από την μισάνοικτη πόρτα αντικατέστησε στα μάτια των εναπομεινάντων επιβατών το όποιο ενδιαφέρον έχασαν, αν ποτέ είχαν, μετά την απομάκρυνση των δύο.
Σε διάστημα μικρότερο του ενός λεπτού, το φτερωτό έντομο βρέθηκε να ακροβατεί στο χείλος του ποτηριού. Δεν θα σπαταλούσα λέξεις και χρόνο γι’ αυτή την μύγα αν δεν συνέβαινε κάτι που ποτέ στο παρελθόν αλλά ούτε στο μέλλον θα τύχαινε να δω. Η μύγα, που λέτε, αφού έκανε κάποια βήματα με επιδεξιότητα και βεβαιότητα που θα είχε ένας σχοινοβάτης πάνω σε πεζούλι με διάμετρο είκοσι τουλάχιστον πόντων, βούτηξε μέσα στο ποτήρι.

Οι τρεις αυτόπτες μάρτυρες αν και έσπευσαν στον τόπο του ατυχήματος άμεσα, δεν ήξεραν πως να βοηθήσουν. Αφού την είδαν να ψυχορραγεί για μερικά δευτερόλεπτα, αποφάνθηκαν πως μάλλον ήταν αυτοκτονία. Τα αίτια θεώρησαν ότι είχαν να κάνουν με την κρίση και το κλείσιμο του παρακείμενου μεταλλωρυχείου.

Όταν επιβεβαίωσαν το μοιραίο απομακρύνθηκαν. Το συμβάν αυτό υπήρξε αφορμή   ενδιαφερόντων συζητήσεων, τις οποίες όμως δεν μπορώ να αφηγηθώ παράλληλα με το τι ακολούθησε την αποβίβαση των άλλων δυο. Εμένα μου κέντρισαν το ενδιαφέρον. Δεν ξέρω για εσάς!
Λοιπόν, πίσω στους δυο παράξενους. Το τρένο σταμάτησε. Οι δυο τύποι αποβιβάστηκαν. Το τρένο αναχώρησε.
Δεν γύρισαν να του ρίξουν ματιά, λες και δεν τους συνέδεε τίποτα με το αποχωρόν όχημα. Το ένστικτο και μόνο θα δικαιολογούσε μια τέτοια αντίδραση. Βέβαια, μπορεί και να μην πρόλαβαν.
Βρίσκονταν σε έναν αρκετά συνήθη σιδηροδρομικό σταθμό, έρημο και εγκαταλελειμμένο, ο οποίος όμως  έμοιαζε να έχει ζήσει κατά το παρελθόν στιγμές δόξας, όχι όμως πια.
Ξαπλωμένος σε μια στιγμή οργιώδους βλάστησης, ανάμεσα σε παπαρούνες και χλόη, κείτονταν ένας ινδός γέροντας, λιπόσαρκος και ρυπαρός. Λιαζόταν ατάραχος στον ερειπωμένο προαύλιο χώρο, έτσι όπως μόνο οι γέροι ξέρουν. Διάβαζε το τελευταίο, μισοσκισμένο τεύχος ενός κοριτσίστικου ινδικού περιοδικού, κάτι αντίστοιχο της Super Κατερίνα για να σας δώσω να καταλάβετε. Φορούσε μαργαριταρένιο κολιέ, λευκό τουρμπάνι, βράκα και ένα ζευγάρι αθλητικά μποτάκια με σκασμένες αερόσολες.

Έξι βήματα μακρύτερα, ένας υπερφυσικά μεγάλος ταύρος ξεφυσούσε, οργισμένος από την αναμονή. 
Το δέρμα του ήταν κατάστικτο και έδινε την εντύπωση ότι είχε βγει ζωντανός από πολλές μάχες, ενδεχομένως και  αρρώστιες. Ήταν ολόμαυρος και είχε ύφος νταβατζή, ανά πάσα στιγμή έτοιμου να ξεκινήσει καυγά. Φορούσε ένα λευκό μπουρνούζι και στεκόταν όρθιος με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο. Μονολογούσε.

Δίπλα του υπήρχε ένα τραπεζάκι και μια καρέκλα, στην οποία είχε εναποθέσει τα συμπράγκαλά του. 
«Ήρθατε;», φώναξε με ψαρωτικό ύφος, κοιτώντας εξεταστικά από πάνω ως κάτω τους δυο νέο-αφιχθέντες. 
«Μίλα καλύτερα στα αφεντικά και μην φωνάζεις. Πρέπει να είμαι ματιασμένος», ζήτησε χαμηλόφωνα ο γέρος, διακόπτοντας την ολιγοήμερη σιωπή του.
«Μόλις ήρθαμε με το τρένο. Είμαστε οι Frederick Συνοδινός και Sebastian Kingston», απάντησε ο συνταξιδιώτης του άγγλου ευγενή που, για να λέμε τα πράγματα ως έχουν, δεν είναι ευγενής αλλά ένας απλός διαπραγματευτής με μυτερή και μεγάλη μύτη, πληροφορία που ξέχασα να σας μεταφέρω προηγουμένως.
Όχι, δεν είναι ο Πινόκιο!
«Μα για ποιο τρένο μιλάτε ρε;», είπε θυμωμένα ο ταύρος «το τελευταίο τρένο πέρασε από εδώ πριν δεκατέσσερις μήνες», συμπλήρωσε.


Οι Frederic και Sebastian  κοιτάχτηκαν με ειλικρινή απορία, πριν στρέψουν το βλέμμα τους στην άκρη του ορίζοντα, αναζητώντας ίχνη  του τρένου, για να αμφισβητήσουν με τα ίδια τους τα μάτια τις τρομερές κουβέντες που ξεστόμιζε η αρσενική αγελάδα.
Όντως δεν έβλεπαν τίποτε, μόνο έναν ήλιο σαν φωτεινή ολοστρόγγυλη τρύπα, σ’ έναν κατά τα άλλα καταγάλανο ουρανό.
«Εμείς είμαστε οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι των διακοσίων πενήντα ανέργων. Εγώ εκπροσωπώ τους έλληνες και ο γέρος τους ξένους. Απόφασή μας είναι να εμποδίσουμε αυτή τη συμφωνία», απάντησε ο ταύρος βάζοντας ταυτόχρονα την κουβέντα σε μια τάξη.
«Τι εννοείς φίλε μου;», ρώτησε ήπια ο κοκκινομάλλης.
 «Όπως μάλλον ενημερωθήκατε από τα δελτία, παράξενα πράγματα συμβαίνουν. Η ανέχεια και η απελπισία μας έχουν αλλάξει τα μυαλά. Από τότε που έκλεισε το “μαγαζί” τίποτα δεν ακολουθεί μια κανονικότητα. Δεν υπάρχει περίπτωση να απομακρυνθούμε από το μέρος. Δεν θα γίνει χώρος υγειονομικής ταφής. Ή θα παραμείνει μεταλλωρυχείο ή θα βρούμε την άκρη μόνοι μας», είπε ο ινδός με άψογη ελληνική προφορά. Έπειτα χαμογέλασε αποκαλύπτοντας τα λιγοστά του δόντια. Ένα εξ αυτών ήτο χρυσό.
«Ήρθαμε να διαπραγματευτούμε με το σωματείο των εργαζομένων την πιθανότητα εξαγοράς του μεταλλωρυχείου μας από τον όμιλο επιχειρήσεων V.L., τον οποίο εκπροσωπεί στην Ελλάδα ο κύριος Kingston. Αφήστε τις μαλακίες και ελάτε να βρούμε μια λύση», είπε ο Frederick, προσποιούμενος ότι ξεχειλίζει από αυτοπεποίθηση.

«Ό,τι έφτιαξε με τόσο κόπο ο πατέρας σου, ξεπουλάς με τόσο ανήθικο και πρόστυχο τρόπο» πήρε και πάλι τον λόγο ο ταύρος, ανεβαίνοντας μια-δυο οκτάβες. «Στα ντουζένια του, το μεταλλωρυχείο έδινε δουλειά σε πεντακόσια άτομα. Ήταν στην πρώτη γραμμή των ελληνικών εξαγωγών. Τα μέταλλά υπήρξαν, διαχρονικά, η μόνη βιομηχανία που είχε καθαρά εξαγωγικό προσανατολισμό. Η λάθος διαχείρισή σας που μας έφερε ως την χρεωκοπία ήταν μια ελεγεία στη μεγαλομανία», κατηγόρησε την διεύθυνση.
«Όλες οι εξορυκτικές επιχειρήσεις από την Χαλκιδική ως τα νησιά του Αιγαίου κλείνουν», προσπάθησε να δικαιολογηθεί το φρικιό-κληρονόμος.
«Εμείς που θα βρούμε δουλειά; Εδώ δούλεψε  μια ζωή ολόκληρη η οικογένειά μου. Χτίσαμε τα σπίτια μας, στις παρυφές της επιχείρησης, όπως και τόσοι άλλοι. Δεν μιλάμε για εξειδίκευση, δεν νοικιάσαμε τις υπηρεσίες μας αλλά  αφιερωθήκαμε και θυσιαστήκαμε… είναι αλήθεια πως προσανατολίζεστε στην δημιουργία χωματερής;», ρώτησε ο  ταύρος κοιτώντας από εκνευρισμό τα βρώμικα νύχια του.

Για να σας βάλω στο κλίμα, γιατί πολλά μπορεί να μην καταλαβαίνετε, το μεταλλωρυχείο ήταν μια από τις πρώτες ιδιωτικές επενδύσεις της περιόδου του Μεσοπολέμου, σύμπραξη ελληνικών και αγγλικών κεφαλαίων. Στο διάβα του χρόνου άλλαξε πολλά χέρια. Βρέθηκε στην ακμή του τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, υπό τη διεύθυνση του γέρου Συνοδινού.
Τις τελευταίες δεκαετίες παρήκμαζε. Ο αδυσώπητος ανταγωνισμός, η κακοδιαχείριση και τα πολλά δάνεια, το είχαν καταστήσει ζημιογόνο. Ο Frederick επιθυμούσε από καιρό να το ξεπουλήσει αλλά ήταν αδύνατον, τουλάχιστον μέχρι και έξι βδομάδες πριν, διότι ζούσε ο πατέρας του ο οποίος ήταν αμετάπειστος: «Το μεταλλείο ποτέ δεν θα πουληθεί. Είναι ένας  παράξενος, αθέατος κόσμος», ήταν η γνώριμη επωδός. 
Η αγγλική εταιρεία V.L. ενδιαφέρθηκε για την αγορά των εγκαταστάσεων, από την περίοδο του Μνημονίου αλλά επανήλθε επιθετικότερα  μετά τον θάνατο του πατριάρχη της οικογένειας.  Στο μεταξύ είχε εξαγοράσει την τοπική ποδοσφαιρική ομάδα, την οποία είχε ανεβάσει δυο κατηγορίες.

Η οικογένεια των Συνοδινών όμως είχε τους τελευταίους μήνες μπλεξίματα, τόσο με τις αγγλικές  όσο και με τις ελληνικές φορολογικές αρχές. Το timing  για την εξαγορά ήταν ιδανικό για τον κληρονόμο, για τους εργαζόμενους όμως;

Για πολλές δεκαετίες οι κάτοικοι της περιοχής είχαν χωριστεί σε δυο στρατόπεδα, με αφορμή το μεταλλωρυχείο, που -προϊόντος του χρόνου και της υλικής ευημερίας- συνέκλιναν. 
Από την πρώτη κιόλας στιγμή είχε αναπτυχθεί μια θεμελιακή αμφιθυμία, με επίκεντρο το μεταλλωρυχείο, ανάμεσα στους θιασώτες της εκβιομηχάνισης, που ήταν κυρίως εσωτερικοί μετανάστες από την Ευρυτανία και σε αυτούς της ήπιας, αειφόρου ανάπτυξης, με έμφαση στην γεωργία και τον τουρισμό, που ήταν κατά βάση οι παλαιότεροι κάτοικοι της περιοχής και συνάμα οι λιγότερο απελπισμένοι για δουλειά, όπως γίνεται συνήθως. Οι πρώτοι υποστήριζαν την ομάδα του Κεραυνού και οι δεύτεροι την Δυναμό Θριασίου.

Οι παλιοί ισχυρίζονταν πως σε αυτά τα χώματα  ήταν θαμμένες αρχαιότητες και πως αν ποτέ λειτουργούσε μεταλλωρυχείο ο αρχαίος κόσμος θα εκδικούντο. Έφερναν παραδείγματα άλλων πόλεων που δεν είχαν σεβαστεί το παρελθόν τους  και πως τελικά κατέληξαν: Ελευσίνα, Θήβα, Μέγαρα.
Αυτές τις δυο αντιμαχόμενες πλευρές κατάφερε να συνταιριάξει ο πατέρας του Συνοδινού, με δόλιες αλλά και συμβατικές μεθόδους. Προσκόμισε έγγραφα που βεβαίωναν πως δεν υπήρχαν αρχαία αλλά και επίσημες εκτιμήσεις που έκαναν λόγο για δεκάδες τόνους χρυσού. Τίποτα από τα δυο δεν ίσχυε αλλά αυτό θα επαληθευόταν όταν θα ήταν πλέον αργά.

Κομβική για την εξέλιξη της ιστορίας μας, υπήρξε η 24η  Μάιου  του 1984. Τότε, που λέτε, κατά την διάρκεια μιας  εξόρυξης ήρθε στο φως ένα αρχαιολογικό θαύμα. Τρία  άθικτα αγάλματα.  
Από την μέρα εκείνη κι έπειτα άνοιξε το κουτί της Πανδώρας.
Οι εξορύξεις θα έμεναν πίσω αν ποτέ διέρρεε το γεγονός. Ο Συνοδινός, που βρισκόταν σε οικονομική στενότητα εκείνη την περίοδο, εκβίασε σε σιωπή όσους το έμαθαν, με το αναμενόμενο επιχείρημα πως αν διαρρεύσει κάτι το ορυχείο θα ανέστειλε την λειτουργία του επ’ αόριστον. 
Από εκείνον τον εκβιασμό ο μόνος ζωντανός  είναι ο παλιός σταθμάρχης, ο επονομαζόμενος και Μύγας.

Τις τελευταίες δεκαετίες το πάλαι ποτέ βιομηχανικό κέντρο ήταν ένα μηχανικό πτώμα σε αποσύνθεση: σκουριασμένοι γερανοί που αν το απόγευμα τους παρατηρούσες -υπό γωνία- θύμιζαν ερωδιούς που δροσίζονταν στην προέκταση της θάλασσας, κοντέινερς που στέγαζαν τις διοικητικές υπηρεσίες είχαν μετατραπεί σε κοτέτσια, στο τσιμεντένιο φουγάρο είχε χτίσει φωλιά ένα γέρικο ζευγάρι πελαργών που προηγουμένως ζούσε στα κεραμίδια της εκκλησίας του Αγίου Κωνσταντίνου, στην μισογκρεμισμένη πύλη του εργοταξίου ήταν αλυσοδεμένο ένα μισοδιαλυμένο παπάκι GLX, το οποίο ήταν στολισμένο με χριστουγεννιάτικα λαμπάκια, που για κάποιον ανεξήγητο λόγο αναβόσβηναν χωρίς σταματημό σήμερα το απόγευμα. 
Η φύση έκανε επανακατάληψη, το ίδιο και το παράλογο.

Η μνήμη, εκτός από αποσπασματική, είναι και μια μηχανή περφεξιονίστικης προπαγάνδας. Τα κενά που φυσιολογικά δημιουργούνται, τα καλύπτει με γεγονότα που ποτέ δεν συνέβησαν. Έτσι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, το πάζλ πάντα συμπληρώνεται με τον πιο συμφέροντα τρόπο. Αυτό βέβαια δεν το γνώριζε ο ταύρος.
«Εδώ ζήσαμε όλη μας την ζωή», ξέσπασε  χτυπώντας το πίσω μέρος του κεφαλιού του στον τοίχο, δείχνοντας πως είχε ξεκάθαρη και σαφή θέση στην σύγκρουση μεταξύ παροντικής πραγματικότητας και ιστορικής αλήθειας. «Μια από τις πρώτες μου μνήμες είναι να λέω τα κάλαντα στον σταθμάρχη. Θυμάμαι το σκοτεινό και κρύο σαλόνι-μαυσωλείο  του σπιτιού μας και εμένα να ξεφυλλίζω το άλμπουμ, η  μάνα μου πιο δίπλα να πλένει πιάτα. Θυμάμαι να ακούω από το ντιβάνι μου τις φωνές από τα φροντιστήρια όταν σχολούσαν. Να ρίχνει χιόνι και να παρατηρώ έκθαμβος τα φλαμίνγκο που μετανάστευαν από τον βορρά να προσυδατόνωνται στις  θερμές, πράσινες λίμνες που σχημάτιζαν τα βροχόνερα στα σημεία που εξόρυτταν πετρώματα μαλαχίτη.
Στήθηκαν ζωές με φόντο αυτό το δυναμικό σκηνικό. Λόφοι υψώνονταν από την μια μέρα στην άλλη, κρύβοντας πότε τον ήλιο, πότε τα σύννεφα. Δυναμίτες έσκαγαν τις στιγμές της πιο βαθιάς σιωπής, φορτηγά πηγαινοέρχονταν μέρα-νύχτα κουβαλώντας άλλοτε θησαυρούς και άλλοτε μπάζα ή ακόμα και νεκρούς, κυρίως μετανάστες.
Εδώ την πρωτοείδα, μια χαραυγή, τυλιγμένη με ένα σεντόνι να προσπαθεί να μαζέψει την μπουγάδα της. Ήταν η περίοδος που διάβαζα μια εικονογραφημένη έκδοση της Ιλιάδας. Από εκείνο το στιγμιότυπο και έπειτα ταυτίστηκε μέσα μου με την Ανδρομάχη. Θυμάμαι να πλένει τα πλακάκια του μπαλκονιού της ακούγοντας από το στερεοφωνικό της, άλλοτε Καζαντζίδη, άλλοτε  Nino Rota. Φορούσε μια ροζ κορδέλα στα μαλλιά.

Χρόνια αργότερα νοίκιασα το δώμα που θα μου προσέφερε  απρόσκοπτη θέα στο μπαλκόνι της. Τα καλοκαίρια μπορούσα να βλέπω τα μαγιό της να στεγνώνουν απλωμένα στα κάγκελα και τους χειμώνες αγωνιούσα μαζί της, όσο διαρκούσε το κρυφό τσιγάρο από τους γονείς της.
Εδώ και πέντε μήνες είναι σκονισμένες οι καρέκλες στο ερειπωμένο της μπαλκόνι. Μετανάστευσαν οικογενειακώς».
«Θα ανοίξουν νέες δουλείες», άλλαξε θέμα ο Sebastian, που δεν περίμενε τόσο ρομαντισμό από έναν προλετάριο και αφού φόρεσε με αμηχανία το ματογυάλι του, έκανε πως ψάχνει τάχα τα έγγραφα που είχε στον ντοσιέ του, «όταν  δημιουργηθεί ο χώρος υγειονομικής ταφής», προσέθεσε «θα είναι υπερσύγχρονος και θα συγχρηματοδοτείται από το ΕΣΠΑ», ξαναπροσέθεσε βγάζοντας τις δυο ωτοασπίδες που φορούσε από το τρένο ακόμα. Πρώτα τη μια. Μετά την άλλη.

Οι τελευταίες λέξεις του διαπραγματευτή  προκάλεσαν εκνευρισμό στον ινδό γέροντα ο οποίος αν και τόση ώρα παρακολουθούσε την συζήτηση καθήμενος  στην στάση του λωτού, τώρα πια και χωρίς να το πάρει κανείς χαμπάρι αιωρούνταν.
«Δεν μας νοιάζουν πια τα λεφτά σας. Η κρίση δεν είναι οικονομική, είναι δομική. Ο καπιταλισμός έφαγε τον εαυτό του, τον κομμουνισμό, τον πλανήτη και τώρα δεν έχει τι άλλο να φάει. Είναι μια πεινασμένη τίγρης που έφαγε τον τρίτο κόσμο, την κόκα, τον καφέ, τα πετρέλαια. Μας έκανε μετανάστες, για ποιόν λόγο; Για να ανακουφίζετε τις ανάγκες σας υπερπολυτελώς;» αναρωτήθηκε ο ινδός και συνέχισε τον μονόλογό του μιας και κανείς δεν έδειχνε πρόθυμος να αντιπαρατεθεί. «Αυτή είναι η αιτία της καταστροφής. Η χονδροειδής υπερπαραγωγή. Τι θα ακολουθήσει; Θα δούμε. Όπως ο Jesus τελείωσε τον αρχαίο κόσμο έτσι και αυτή η κρίση θα τελειώσει αυτή τη μορφή του καπιταλισμού. Εμείς οι αμόρφωτοι δημιουργούμε μια κοινωνία αυτοοργάνωσης, πάνω στα ερείπια του βιομηχανικού κόσμου που διαλύσαμε ερήμην μας, αλλά και του αρχαίου που δεν αφουγκραστήκαμε.
«Ο κόσμος μας είναι μεταιχμιακός αλλά δεν θα ανατραπεί με επαναστάσεις και αψυχολόγητες αντιδράσεις, το σύστημα έχει τις υποδομές να τις καταπνίξει. Δεν είμαι εγώ που θέλω τα κακό σας, έτσι λειτουργεί ο καπιταλισμός. Θα του χρειαστούν δέκα βομβαρδιστικά και πενήντα διμοιρίες. Όχι λέτε; Λέτε να χρειαστούν εκατό από τα πρώτα και χίλιες από τις δεύτερες; Οκ, θα τα βρει και τότε δεν θα μείνει κανείς όρθιος. Η επανάσταση θα έρθει με πιο αντισυμβατικούς τρόπους και θα πάρει δεκαετίες, τουλάχιστον. Η βιομηχανική επανάσταση -νομίζετε- έγινε σε μια μέρα;» απάντησε ο Sebastian, σε μια προσπάθεια να τους επαναφέρει στην κανονικότητα.

«Τι θα λέγατε για την δίκαιη φορολόγηση των πλουσίων; Ας ξεκινούσαμε από τα βασικά», ούρλιαξε ο ινδός.
«Μα τι θέλετε; Οι μετοχές μας είναι στον πάτο. Οι επιχειρήσεις μας πάσχουν ακριβώς το ίδιο όπως και η υπόλοιπη χώρα», απάντησε ο κοκκινομάλλης, στον οποίο αν προσέθετες μια κόκκινη μύτη θα ήταν μια καλή περίπτωση κλόουν. 
Ακολούθησε σιωπή  και αμηχανία με τους τέσσερεις να κοιτούν σε διαφορετικές κατευθύνσεις του ορίζοντα.
«Τι αφελής σκέψη! Το μεγάλο κεφάλαιο βρίσκει πάντα τρόπους να αποφύγει τους φόρους. Αυτό είναι το τίμημα της παγκοσμιοποίησης», προσέθεσε με αφύσικη καθυστέρηση ο κλόουν, σαν να ήθελε αυτή η κουβέντα να συνεχιστεί.
«Άκου να δεις μάστορα», αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα ο ταύρος, «λίγες μέρες μετά το κλείσιμο της επιχείρησης βρήκαμε θαμμένα μέσα σε κιβώτια τρία αγάλματα. Τα στήσαμε στο κέντρο του οικισμού και πιστέψαμε στο θαύμα. Από την στιγμή εκείνη και έπειτα σαν να άλλαξε κάτι μέσα μας. Τα αγάλματα έγιναν για εμάς οι χαμένες μας ζωές που ξαναβγήκαν στο φως», είπε με αυτοπεποίθηση παίκτη του πόκερ που μόλις αποκαλύπτει το καλύτερό του φύλλο.
«Βρήκατε αγάλματα; Έχω λατρεία στην ιστορία», είπε με  έκπληξη ο νεαρός με τα μεγάλα σκουλαρίκια. «Μου ανήκουν», σκέφτηκαν ταυτόχρονα, τόσο ο Frederick όσο και ο Sebastian.

«Είναι ένας ιερέας, ένας στρατιώτης και μια έφηβη. Δεν τα έχουν δει αρχαιολόγοι αλλά μοιάζουν να είναι του ίδιου γλύπτη. Σας προειδοποιήσαμε πως από τότε που έκλεισε το λατομείο παράξενα πράγματα συμβαίνουν. Έχουμε όλοι συνειδητοποιήσει πως αν ακολουθήσουμε συμβατικές μεθόδους είμαστε καταδικασμένοι. Έτσι λοιπόν γίναμε διαθέσιμοι στο απροσδόκητο και στο αλλιώτικο  και αυτό μας δείχνει πια τον δρόμο. Έχουμε όλοι δώσει όρκο τιμής πως για ό,τι αφορά την περιοχή μας θα συναποφασίζουμε με γνώμονα το καλό. Οι επιχειρηματίες μας αφήσατε στο έλεος του θεού. Η περιοχή μας δεν θα γίνει σκουπιδότοπος. Όταν τις προάλλες ήρθαν τα ΜΑΤ να μας εκτοπίσουν, μετά από δική σου εντολή Frederick, έφυγαν όλοι με ψυχικές διαταραχές. Τα media δεν πλησιάζουν, ακόμα και τα τρένα έπαψαν να περνούν. Γίναμε το Ελντοράντο των παράξενων. Στην διαθήκη ο πατέρας σου, έστω και υπό τον φόβο μιας μεταθανάτιας τιμωρίας μερίμνησε για εμάς. 
Αν έχεις προβλήματα με τον νόμο να ξεπουλήσεις τα υπόλοιπα ακίνητα που έχεις κληρονομήσει από το αίμα μας και χρησιμοποιείς για να κάνεις απλή επίδειξη πλούτου και άσε το μεταλλείο  στην ησυχία του», έκλεισε ουρλιάζοντας με πάθος ο ταύρος.

«Ζω μια τραγωδία στην δική μου κλίμακα, δεν καταλαβαίνεις», απάντησε ο Frederick και έσκυψε ελαφρά το κεφάλι.
«Μπορούμε να τα δούμε;», ζήτησε ο μεσήλικας βρετανός, όσο ακόμα ο ήχος του καταληκτικού «εις» από την προηγούμενη πρόταση του νεαρού πλανιόταν στον αέρα.

Καθώς πλησίαζαν την αυτοσχέδια πλατεία, ο κόσμος που είχε ενημερωθεί για την άφιξή τους, πύκνωνε. Ένα βουητό ανάλογο με εκείνο ενός μελισσιού λίγο πριν την εξέγερση ενάντια στους κηφήνες, απλώθηκε μέχρι τη θάλασσα.
Αυτό που έκανε εντύπωση στον Frederick, που είχε από παιδί να επισκεφτεί το μέρος, ήταν το πόσο φτωχικό είχε παραμείνει. Μια ιδιόμορφη βαλκανική φαβέλα είχε αναπτυχθεί σε απόσταση αναπνοής από τους γερανούς και τους αμμόλοφους. Τα σπίτια και οι άνθρωποι έμοιαζαν να έχουν ασυνείδητα περικυκλώσει τις εγκαταστάσεις, όπως θα έκαναν τα πιόνια για να προστατεύσουν τον βασιλιά στο σκάκι.
Η συνεχώς αυξανόμενη παρουσία κόσμου έκανε τον Frederick να πιθανολογεί πως η πλατεία πρέπει να ήταν το νοητό τετράγωνο που όριζαν δυο μπασκέτες, η καντίνα και μια συκιά πάνω στην οποία έκανε κούνια ένα πιτσιρίκι. Στην μέση του χώρου βρίσκονταν κάποιοι βαμμένοι τενεκέδες, κίτρινοι και κόκκινοι, που χρησίμευαν για γλάστρες. Εκεί είχαν τοποθετηθεί και τα τρία αγάλματα.
Ενάμισι λεπτό αργότερα οι δυο επισκέπτες στέκονταν με ανοιχτό το στόμα ενώπιον των καλλιτεχνημάτων.
«Οι συνεπιβάτες μας στο τρένο», είπε στα αγγλικά o Sebastian.
«Ο μύθος λέει πως το κορίτσι θυσιάστηκε κατόπιν διαταγής του βασιλιά της περιοχής, για να μακροημερεύσει ένα εργαστήριο πολύτιμων μετάλλων της τότε εποχής. Η θυσία τελέστηκε από έναν στρατιώτη και τον ιερέα. Η θεά Δήμητρα διαφώνησε με την αμετροέπεια του βασιλιά και τιμώρησε όλη την πόλη να θαφτεί στο χρυσάφι και το ασήμι. Από τότε που ξεθάφτηκαν οι ψυχές τους περιφέρονται σε τούτο τον τόπο ζητώντας εκδίκηση για όσους προσπαθήσουν να τον εκμεταλλευτούν», ενημέρωσε τους νεοφερμένους μια γριά που έπλενε με το λάστιχο τους τσιμεντόλιθους της πλατείας και έδειχνε να προσπαθεί και η ίδια να πιστέψει την αφήγησή της κάνοντας ταυτόχρονα τον σταυρό της.

Οι δυο ξένοι ξαναμίλησαν ώρες αργότερα και ενώ είχαν απομακρυνθεί αρκετά από τον χώρο.  Δεν προσπάθησαν να εξηγήσουν τι τους είχε συμβεί. Κάποια στιγμή κοίταξαν πίσω τους, για να βεβαιωθούν για το πόσο είχαν απομακρυνθεί. 
Η νύχτα ήταν ανέφελη και το φεγγάρι έμοιαζε με μια λευκή φωτεινή στιγμή αν και καπνοί έδειχναν να βγαίνουν από το ουράνιο σώμα, λες και κάποια μηχανή το διατηρούσε σε τροχιά.
Δευτερόλεπτα αργότερα, ακούστηκε ο εκκωφαντικός θόρυβος ενός τρένου που πλησίαζε. 
Ήταν γεμάτο με εργάτες του μεταλλωρυχείου που κατέβαιναν στην πόλη για να διαδηλώσουν.


Την ίδια ώρα, πολύ μακρύτερα, τρία ζευγάρια από νεοφερμένα σανδάλια άφηναν τα πρώτα χνάρια τους στο σεληνιακό τοπίο, που πολύ θύμιζε μεταλλωρυχείο. Το κοριτσάκι κοιτώντας ψηλά έβλεπε την Γη. Έπειτα, έτεινε το δάκτυλο στον ουρανό και έλεγε με ενθουσιασμό, «να η Ελλάδα μας», κατόπιν διόρθωνε την ροζ κορδέλα που συγκρατούσε τα μαλλιά του.
Μερικές ώρες αργότερα τα χνάρια του συναντιώντουσαν με τους δικούς της, μέσα σε έναν  μεταλλωρυχείο ολάνθιστο από παπαρούνες και μαργαρίτες, γεμάτο χρυσάφι, στολισμένο με τριαντάφυλλα σε τενεκέδες βαμμένους με κόκκινο και κίτρινο και ένα φουγάρο να υψώνεται καπνίζοντας.

zoetic





Επιλέξτε μήνα: