Κατεβαίνει από τη μηχανή. Του την είχε πάρει δώρο ο νονός του, μετανάστης στο Σικάγο. Δεν είχε παιδιά, η μόνη του έγνοια ήταν αυτός και η πόκα.
Του πλήρωνε τα φροντιστήρια για να μπει στο πανεπιστήμιο. Εκείνος μετά τον πρώτο μήνα δεν πατούσε. Έτρωγε τα δολάρια στα ουφάδικα, κάνοντας την αντίστοιχη μόστρα στα παιδία της ηλικίας του.
Από καιρού εις καιρόν έστελνε φωτογραφίες του στον νονό για να τον ευχαριστεί. Για τις ανάγκες των φωτογραφιών αναγκαζόταν να βγάζει τα σκουλαρίκια και να κρύβει την κοτσίδα, τύπου Ταρίμπο Γουέστ. Ο νονός θα αρρώσταινε και κανείς δεν το ‘θέλε αυτό. Όπως αρρώστησε και ο ίδιος όταν πέρασε μια βόλτα κάποτε από τον Ηράκλειτο στα Εξάρχεια για να δει την Πόπη.
Κακή συγκυρία, φιλιόταν με τον Τάκη τον Σερενάτα. «Μα με τον πιο μαλάκα;», αναρωτήθηκε. «Ναι με τον πιο μαλάκα, πάντα έτσι γίνεται», σκέφτηκε θυμόσοφα.
Τι λέγαμε; Α, ναι. Είχε μόλις δώσει μαθηματικά. Ήταν το τρίτο από τα τέσσερα μαθήματα των πανελληνίων. Το τρίτο διαδοχικό Βατερλό. Όχι σε πανεπιστήμιο, ούτε σε ζαχαροπλαστείο δεν θα τον δέχονταν. Πως είχαν την απαίτηση να σπουδάσει όταν μέχρι και σήμερα δεν ήξερε να κάνει διαίρεση μεταξύ δεκαδικών αριθμών! Θα πόνταραν μάλλον στο ότι ήταν άσσος στην προπαίδεια. Να τον άκουγες να σου απαγγέλει την προπαίδεια του 8... Ήταν αναμφίβολα το κάτι άλλο.
Η πλατεία Μαβίλη ήταν γεμάτη από κόσμο. Ήταν Ιούνιος του 1987 και η εθνική Ελλάδας σε ένα άθλημα που λέγεται μπάσκετ νικούσε στον ημιτελικό την Γιουγκοσλαβία. «Αυτός ο Ντράζεν Πέτροβιτς θα μπορούσε να πρωταγωνιστεί σε ταινία του Δαλιανίδη μαζί με τον Χρόνη Εξαρχάκο και τον Βαγγέλη Σειληνό», σχολίασε. Οι τύποι μπροστά από την καντίνα γύρισαν και τον κοίταξαν βλοσυρά. Έκανε τον αδιάφορο μήπως και γλιτώσει τα μπινελίκια.
Και τα γλίτωσε.
Για λίγο.
Αύγουστος του 1991, είχε αλλάξει μηχανή αλλά όχι γούστο στα ρούχα. Φορούσε πορτοκαλί αντιανεμική φόρμα, στρατιωτικό φανελάκι και καφέ σκαρπίνια Boxer. Έμοιαζε με τον Γκαμπριέλ Μπατιστούτα, αν και 20 πόντους κοντύτερος. Ο νονός αρνιόταν να παραδεχτεί αυτό που όλοι είχαν αποδεχτεί. Το παιδί είχε τόσο ταλέντο στις επιστήμες όσο και ο Θέμης Μάνεσης στο υποβρύχιο ψαρεντούφεκο. Συνέχιζε -ωστόσο- να τον συντηρεί ελπίζοντας πως ο μικρός μια μέρα θα πετύχει. Τί; Είναι μεγάλη συζήτηση.
Ο μικρός είχε μόλις απολυθεί από το στρατό, εξού και το φανελάκι. Υπηρέτησε σαν δόκιμος στη Λέσβο όπου και δεν άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις, όχι ότι το συνήθιζε. Τώρα πια εργαζόταν σε ένα στεγνοκαθαριστήριο στον Κολωνό το οποίο ο ιδιοκτήτης είχε γεμίσει με κάδρα του τότε Πρωθυπουργού, Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Πάνω στο σιδερωτήριο είχε φθαρμένα αυτοκόλλητα με όλους τους αρχιεπισκόπους από σύστασης εθνικού κράτους.
Ο μικρός γυρόφερνε τη γυναίκα του ιδιοκτήτη η οποία είχε στα τεράστια μπούτια της τατουάζ το αστέρι της Βεργίνας και φορούσε αθλητικά μποτάκια Fila. Έτσι απέκτησε και δεύτερο χορηγό, την κυρά Χάιδω.
Όλα κυλούσαν καλά και το χρήμα έρεε, 500 δολάρια ο θείος, 100 χιλιάδες δραχμές από την δουλειά συν τα όποια τυχερά. Μια μέρα, μήνες μετά, πέρασε από το καθαριστήριο μια ψιλόλιγνη φιγούρα κρατώντας δυο σακούλες του Μινιόν με άπλυτα.
Το περπάτημα του ήταν γνωστό. Περπατούσε σαν μπαλαδόφατσα. Σκέψου ένα στυλ μεταξύ Ριβάλντο και Καραγκούνη. Ήταν ο Τάκης ο Σερενάτας. Είχε φέρει τα άμφια του πατέρα του για πλύσιμο. Όσο αντιπαθής και εάν του ήταν κάποτε -που του ήταν, σε διαβεβαιώνω- η νοσταλγία για εκείνη την εποχή τον έκανε να κρύψει την δυσαρέσκεια του. Περασμένα, ξεχασμένα.
Μίλησαν για τα παλιά. «Τελικά δεν είναι τόσο μαλάκας», βιάστηκε να παρατηρήσει.
Η Χάιδω όμως τους κοιτούσε επίμονα, με το σαγόνι της να κρέμεται ακριβώς όπως τα βυζιά της. Ο Σερενάτας ήταν γνωστός για τον ωραίο του κώλο και τον μαγνητισμό που ασκούσε αυτός και η κολόνια του στις γυναίκες. Φορούσε πάντοτε τζιν κολλητό σορτσάκι και κολώνια Αnais anais.
Όταν ο Τάκης έφυγε, εκείνη ρωτούσε για κείνον. «Ποιος είναι, πότε θα ξανάρθει; Είναι στ’ αλήθεια Επίσκοπος;» Δυο στα δυο o Τάκης.
«Τελικά ο Σερενάτας είναι πολύ μεγάλος μαλάκας, δεν υπάρχει αμφιβολία», είπε με εμφανή δυσαρέσκεια. «Είναι τόσο μαλάκας που θα μπορούσε άνετα να είναι περιπτεράς», μουρμούρισε με πόνο και έβαλε στο στόμα του μια Halls με viper action, για να μαλακώσει και να γλυκάνει τα λαιμά του.
Ήταν το τρίτο καλοκαίρι που θα πήγαινε στον Άγιο Νικήτα Λευκάδας. Είχε αγοράσει έναν πάγκο και πουλούσε τουριστικά ειδή. Οι δουλειές πήγαιναν καλά και το 1999 θα ήταν η χρονιά του.
Φέτος θα προσλάμβανε και υπάλληλο. Τα χρόνια περνούν πρέπει και αυτός να προκόψει. Έβαλε αγγελία, του τηλεφώνησε κάποιος Παπαναγιώτου. Πήγαν για καφέ σε ένα ξενοδοχείο στην πλατεία Καραϊσκάκη. Συμφώνησαν. Υπήρξε και δεύτερο ραντεβού για να οριστικοποιηθούν οι λεπτομέρειες. Τη μέρα της αναχώρησης ο Παπαναγιώτου δεν εμφανίστηκε στο λιμάνι. «Κακή αρχή», σκέφτηκε.
Το ίδιο καλοκαίρι γνώρισε και μια Νορβηγίδα, την Χάνα. Του έριχνε 10 πόντους και εκείνος πολλά χαστούκια. Ήταν δασκάλα, με κόκκινα μαλλιά και μπλε μάτια και μαζοχίστρια από τις λίγες. Δεν μαύριζε, αλλά καιγόταν τόσο πολύ από τον ήλιο, που έμοιαζε με τηγανισμένη φράουλα. Ήταν το αντίστοιχο της ελληνίδας βλάχας στο πολύ πιο Σκανδιναβικό.
Μάρτιος του 2003. Εργάζεται σε γραφείο ταχυμεταφορών σαν κούριερ. Απέκτησε πάθος με τα σταυρόλεξα. Έχει μια μεγάλη Africa Twin 1200 κυβικών, είναι η τέταρτη κατά σειρά μηχανή του. Αρχειοθετώντας τους φακέλους, βρίσκει έναν με παραλήπτη τον ίδιο. «Να τον ανοίξω εδώ ή στο σπίτι;» αναρωτήθηκε. Κατόπιν δισταγμού τον ανοίγει.
«Ο νονός πέθανε. Αφήνει την περιουσία του στην ελληνική εκκλησία και σε άλλα ευαγή ιδρύματα εκτός και εάν το βαφτιστήρι του έχει αποκτήσει διάδοχο έως την ημέρα του θανάτου του νονού», έγραφε το γράμμα.
Έπνιξε την πίκρα του σε ένα μπουκάλι κονιάκ 3 αστέρων. Ακολούθησαν πολλά τους επόμενους πολλούς μήνες. Τον απέλυσαν, αν και με πόνο καρδιάς, μετά ένα τετραήμερο non show.
Ιούνιος του 2007, έχει ανοίξει συνεταιρικά με τον Σερενάτα προποτζίδικο στην Ιπποκράτους. Πως τα φέρνει η ζωή καμιά φορά! Αυτός το δουλεύει τα πρωινά και ο Σερενάτας τα βράδια. Τα τελευταία δυο χρόνια κάθε πρωί με το που μπαίνει αδειάζει τα τασάκια που έχουν μείνει γεμάτα με αποτσίγαρα και τσίχλες από την προηγούμενη, σφουγγαρίζει τον χώρο των πελατών, ποτίζει τους πλαστικούς φίκους, ανανεώνει τα αποτελέσματα με τους μεταμεσονύχτιους αγώνες και όταν περάσει μέσα να ανοίξει τις μηχανές ΚΑΘΕ μέρα -αλλά ΚΑΘΕ μέρα- θα βρει μια πρόχειρα κρυμμένη, τσαλακωμένη και πατημένη συσκευασία Σερενάτας.
«Μια ζωή μαλάκας; Μια ζωήηηη; Ποια κακιά μοίρα με έριξε στον δρόμο του;», απορεί βάζοντας μέσα από το παντελόνι το τρία νούμερα μεγαλύτερο πορτοκαλί ιδρωμένο πουκάμισο, στο οποίο για κάποιο λόγο έχει κρεμάσει ένα αστέρι σαν αυτά που φορούν οι σερίφηδες.
Τακτικός θαμώνας του προποτζίδικού του με τον οποίο περνούν μαζί τα βαρετά πρωινά βλέποντας τηλεμάρκετιγκ ο Χρήστος Αρχοντίδης, με τη γνώριμη καρό τραγιάσκα και το γέλιο του απόμαχου. Παραγγέλνει πάντα Amstel από το απέναντι σαντουιτσάδικο και την συνοδεύει με λουκούμι τριαντάφυλλο, ενώ ο δικός μας τρώει λαγάνα πίνοντας Milko -και μην με ρωτήσεις που βρίσκει λαγάνα.
Σήμα-κατατεθέν του πρακτορείου οι μεγάλες ρετρό αφίσες των ημίθεων Ντι Νατάλε, Παντιάνι, Έφενμπέργκ, Μαλαδένη, Notis Sfakianakis και Πίπο.
Pippo, who?
Ένας είναι ο Πίπο, αν και μεταξύ μας ο δικός μας έχει μια αδυναμία στον Χρηστάκη τον Μαλαδένη. Είχε ποντάρει πολλά επάνω του. «Αδικημένος παίκτης! Τέτοια τελειώματα αν βγάλεις έξω τον Ρόκο Σιφρέντι είχε μόνο ο Βαν Μπάστεν», έλεγε.
Τελευταία τουλάχιστον μπαίνει στο ίντερνετ για να διαβάζει προγνωστικά για το στοίχημα, να και κάτι κάλο που έμαθε από τον Τάκη τον Σερενάτα. Έφτιαξε και λογαριασμό facebook για να βρίσκει γκομενάκια. Γεγονός πάντως είναι πως -παρά τα όσα λένε- έχει πολλά γκομενάκια στο ιντερνέτ.
Δυο βδομάδες μετά (και ενώ έπαιζε φάρμα) δέχεται αίτημα φιλίας από μια χοντρούλα κυρία που κάτι του θύμιζε. «Ωχ, η Ροζίτα Σώκου», φώναξε γελώντας, «να δεις που θα θέλει να την γαμήσω». Ήταν η Χάνα και ήταν σοκαρισμένη. «Έχω δυο κόρες και ένα γιό. Η μεγάλη γεννήθηκε 9 μήνες αφότου σε είδα για τελευταία φορά», του έστειλε στο τσατ.
Αποσυνδέθηκε.
(κινηματογράφηση Sin City, ακούγεται με διαρκώς αυξανόμενη ένταση το Drive των REM).
Σκύβει το κεφάλι πάνω στον πάγκο και κλαίει σπαραξικάρδια. «Τι άλλο θα μου συμβεί επιτέλους. Δεν υπάρχει Θεός. ΤΕΛΟΣ», διαμαρτύρεται σαν φοιτητής τον οποίο μόλις έπιασε ελεγκτής χωρίς εισιτήριο, πριν όμως τελειώσει το κατηγορώ του ένας εκκωφαντικός θόρυβος συνταράσσει συθέμελα το προποτζίδικο. «Έχε γούστο να υπάρχει και να με άκουσε», σκέφτηκε και σηκώνοντας το κεφάλι του βλέπει ένα ροζ αγροτικό Ντάτσουν με πλαστικές καρέκλες να εισβάλλει από την τζαμαρία. Δυο γύφτοι και ένας Πακιστανός, ο οποίος ήταν ολόιδιος ο Στέλιος Παπαθεμελής! (Τώρα πως κατάφερε μες την ταραχή του να διακρίνει τον Πακιστανό είναι μεγάλο θέμα...)
-Tα λεφτά σου κωλοβάζελε. Άντε μη σε γαμήσουμε
-ΔΕΝ είμαι βάζελος ρε παιδιά. Δεν μπορεί κάποιο λάθος θα έγινε.
-(ριπή αυτομάτου)
Το παρελθόν προεικονίζει το μέλλον και είμαστε ήδη στο 2011. Ήταν Σεπτέμβριος όταν αραγμένος σε μια λευκή πλαστική καρέκλα σε ένα καφενείο στο Αλεποχώρι άκουσε σε έκτακτο δελτίο στον Sport Fm ότι ο Τάκης ο Σερενάτας και μια συμμορία δυο γύφτων και ενός Πακιστανού συνελήφθησαν για παράνομό στοιχηματισμό και σύσταση συμμορίας. «Fuck», ψέλλισε με άψογη προφορά αλά West Midlands.
Από την άλλη μέρα κιόλας μεταμφιέστηκε σε παπά και έβαλε πλώρη για τα χωρία της Λάρισας φορώντας τις κόκκινες ζαρτιέρες του, κάτω από τα άμφια, έτσι για να μην χάσει τελείως τον εαυτό του, ρε αδελφέ.
Ιούνιος του 2018 και….
Μετά από 14 μήνες φυλακή αποτραβήχτηκε σε έναν ερειπωμένο φάρο. Έζησε παίζοντας playstation και ακούγοντας αθλητικό ραδιόφωνο.
Έγραψε και ένα βιβλίο για τα στημένα.
Το πτώμα του κείται δυο βδομάδες τώρα, ήρεμο, σχεδόν γαλήνιο στο σαλόνι με μια οδοντογλυφίδα ανάμεσα στα δόντια. Βιβλία, σημειώσεις, σκέψεις, ένα άδειο μπουκάλι Bacardi, κηλίδες αίμα, πατάτες τηγανιτές και μια συσκευασία Σερενάτας.
Στοιχεία, σκορπισμένα και μπερδεμένα γύρω του.
Στο ξεψυχισμένο χέρι του μια τσάντα γεμάτη αυτοκόλλητα Panini.
Όχι, δεν ξέρω την συνέχεια, θα έπρεπε;
Είχε και έναν γάτο, τον Διομήδη.
Πως κατάντησε έτσι;
Δεν ξέρω.
Οι κακές παρέες!
zoetic