Η ιστορία που θα αφηγηθώ είναι ένα ταξίδι πίσω στον χρόνο, σε μια εποχή που μοιάζει στις δυσκολίες με την σημερινή αλλά έχει πιο αθώα και αμόλυντα τα ήθη και τις αξίες των ανθρώπων που την έζησαν. Πάμε πίσω στο μακρινό 1905 σε ένα ορεινό χωριό της Σκιάθου. Οι ηρωές μας είναι ο εικοσάχρονος Σταύρος ο βοσκός, κάποιοι παρατρεχάμενοι και η Δημητρούλα -είκοσι χρονώ κι αυτή. Πρόκειται η μελέτη της να σας γεμίσει προβληματισμούς όπως: "Γνωρίζει ο έρωτας απο κοινωνικές τάξεις;", "Είναι η αγάπη αμαρτία στο κάτω-κάτω της γραφής;","Καριέρα ή οικογένεια;"...αλλά φτάνει με αυτά, ας περάσουμε στο κυρίως θέμα...
Ο Σταύρος ήταν 12 χρονώ στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 όπου και σκοτώθηκε ο πατέρας του. Ανέλαβε την ευθύνη να γίνει πλέον η κολώνα του σπιτιού και να φροντίζει την άρρωστη μανούλα του. Η μανούλα του δεν είχε κάποια συγκεκριμένη αρρώστια ποτέ, απλά ήταν απο τις γριοπαράξενες που όταν τις ρωτάς τι κάνουν, απαντούν πάντα "περιμένω να με λυπηθεί ο χάρος να ρθει να με πάρει παιδάκι μου, γριά γυναίκα είμαι, τι θες να κάμω;".
Ο Σταύρος λοιπόν παράτησε το σχολείο και τα γράμματα που τοσο αγαπούσε κι ανέλαβε το μαντρί της οικογένειας προκειμένου να βγάζει τα προς το ζην γι'αυτόν και την άρρωστη μανούλα του. Γρήγορα συνήθισε την ζωή μακριά απο το σχολείο και μαζί με τα 100 κατσίκια του. Τα αγάπησε πολύ τα ζώα και το πιο όμορφο που ήταν και το αγαπημένο του το ονόμασε "Δημητρούλα". Λίγο παραδίπλα είχαν τα μάντρια τους ο Βαγγέλης και ο Νικόλας. Τους δυο αυτούς τσοπάνηδες τους κυρίευε μια κακογουστιά κι έβαψε ο ένας το μαντρί του κόκκινο (Βαγγέλης) κι ο άλλος πράσινο (Νικόλας). Τα δύο αυτά μαντριά ήταν μεγαλύτερα απο του Σταύρου καθώς και πιο λειτουργικά. Οι κακές οι γλώσσες λένε οτι με ατιμίες πότε ο ένας και πότε ο άλλος έκλεβαν πελατεία απο τον Σταύρο κι εκμεταλλευόμενοι την αθωότητα του πλούτιζαν σε βάρος του (αλλά ας μην το αναλυσουμε άλλο γιατί θα βγούμε εκτός θέματος).
Ο Σταύρος έβαψε το μαντρί του κίτρινο και αναμφίβολα έκανε την πιο γουστόζικη επιλογή. Στεναχωριόταν όμως που έμενε στην φτώχεια και οι άλλοι δύο αναπτύσσονταν. "Αχ..." (μονολογούσε στην αγαπημένη του κατσικούλα) "μια μέρα θα πουλήσω το μαντρί μου και θα πάρω την μάνα μου να πάω στην Αθήνα να μάθω γράμματα και να γίνω δημόσιος υπάλληλος. Βαρέθηκα εδώ, δεν έχει μέλλον για εμάς τους νέους". Η Δημητρούλα κουνούσε το κεφάλι καταφατικά και έδειχνε προβληματισμένη απο τα λόγια του Σταύρου.
Κάτι καλοκαιρινά απογεύματα του Σταύρου του άρεσε να πηγαίνει τα κατσικάκια του στην πίσω πλευρά του βουνού για να βοσκήσουν. Η πίσω πλευρά έβγαζε σε μια ολόχρυση παρθένα ακρογιαλιά, ο Σταύρος άφηνε τα ζώα ελεύθερα κι έτρεχε όλο χαρά να της πάρει την παρθενιά με τις βουτιές και τα μακροβούτια του. Ένα χρυσό απόγευμα λοιπόν καθώς ο Σταύρος προσπαθούσε να ξεπεράσει τον ίδιο του τον εαυτό σε ρεκόρ μακροβουτίου μια πελώρια φιγούρα εμφανίστηκε στο ακρογιάλι. "Αγαπούλα, τα κατσικάκια σου έχουνε μπει στο χωράφι μου και βόσκουν κι αν δεν έρθεις να τα μαζέψεις γρήγορα θα τα κάνω με πατάτες το βράδυ να τα σερβίρω σ' όλο το νησί". Ήταν ο κυρ-Μάκης, ο μεγαλοτσιφλικάς του νησιού! -"Μάλιστα κύριε, με συγχωρείτε, απλά με συνεπήρε η ολόδροση θάλασσα και οι βουτιές, έρχομαι αμέσως να τα μαζέψω"...
Το 'πε και το 'κανε ο Σταύρος, έβαλε γοργά-γοργά τα ρούχα του κι έτρεξε να τα μαζέψει. Ο κυρ Μάκης ήταν πάμπλουτος και ζούσε σε έναν μεγάλο πύργο ο οποίος γύρω-γύρω ήταν περιφραγμένος... απλά τα κατσικάκια του Σταύρου δεν χαμπάριαζαν απο περιφράξεις όταν λιμπιζόντουσαν καλό χορτάρι (τι σας έλεγα; α ναι για τον κυρ-Μάκη). Ξεχώριζε για το φιλανθρωπικό του έργο μέσω των δωρεών του στην εκκλησία του νησιού, στην οποία προκαθήμενος ήταν ο γιός του. Είχε και μιαν ανηψούλα, την Δήμητρα, η οποία ήταν η αδυναμία του και την προστάτευε πολύ... άντρας που να παρέμεινε και το επόμενο 2ωρο ζωντανός, δεν την είχε αγγίξει ποτέ. Ο Σταύρος με την άδεια του κυρ-Μάκη μπήκε στο κτήμα να μαζέψει τα ζώα του. Πράγματι τα μάζεψε όλα, αλλά του βγαίναν 99 κι αμέσως κατάλαβε οτι λείπει η Δημητρούλα του... έψαξε απο δω κι απο κει στο κτήμα φωνάζοντας "Δήμητρα! Δημητρούλαααα, που εισαι αναθεματισμένη; Βάλθηκες να με λολάνεις μωρέ;".
Ξαφνικά βλέπει την Δημητρούλα να παίζει παρέα με μια πανέμορφη κοπέλα και της φωνάζει "Δήμητρα έλα εδώ αμέσως". Κατσίκα και κοπέλα γυρίζουν προς το μέρος του βοσκού και η κοπέλα λέει "Ποιός είσαι εσύ; Κι απο που ξέρεις το ονομά μου; Δεν θυμάμαι να 'χουμε συστηθεί! Φύγε αμέσως γιατί θα φωνάξω τον θείο μου". "Μην σκιάζεσαι κοπέλα μου, εγώ την κατσίκα μου φωνάζω Δήμητρα. Καλά, δε σου συστήθηκε τόση ώρα;" της απαντάει ο Σταύρος. Η κοπέλα άφησε την κατσίκα και τρέχοντας πήγε να κρυφτεί στον πύργο της. Όση ώρα έτρεχε, ο Σταύρος την κοίταζε και γύρναγε -που και που- να τον κοιτάξει κι αυτή... κάτι γεννήθηκε εκείνη την στιγμή μέσα στις αθώες, ενθουσιώδεις κι εφηβικές καρδιές τους το οποίο εκφράστηκε με τον πιο ατσούμπαλο τρόπο.
Ο καιρός κυλούσε γρήγορα και για τους δύο μετά απ' αυτήν την συνάντηση. Ο Σταύρος επεδίωκε διαρκώς να την βλέπει, το ίδιο και η Δήμητρα που την έστηνε στο παράθυρο του πύργου που είχε θέα προς την πλευρά της πλαγιάς. Ο έφηβος έπαιρνε κάθε μέρα την φλογέρα του, καθόταν κάτω απο μια ελιά κι έπαιζε μελωδίες για τα αυτιά της αγαπημένης του. Τα μαλλιά της ηταν μαύρα και μακριά, το πρόσωπο της θαρρείς πως ήταν ζωγραφισμένο απο τον Θεό, με μεγάλα μάτια και πανέμορφα χείλη, στηθια μεγάλα και δέρμα κάτασπρο σαν γάλα... ο Σταύρος ήταν αδύνατο να μην την ερωτευτεί. Μια μέρα χτύπησε η πόρτα του πύργου, η Δήμητρα έτρεξε να ανοίξει και -ω τι έκπληξη!- βλέπει την αγαπημένη κατσικούλα του Σταύρου με ένα γράμμα στο στόμα, αυτή παίρνει το γράμμα, δίνει και μερικά τάλιρα στην κατσικούλα πουρμπουάρ, την στέλνει στο καλό και αρχίζει την ανάγνωση του γράμματος: "Signomi gia ta greeklish omorfia mou alla paratisa ta grammata stin ekti dimotikou kai fovame oti 8a ekte8o an prospa8iso na grapso ellinika. Aurio se perimeno stin oloxrisi akrogialia... ego, esu kai to feggari tha maste...gurw stis 11 8a mai ekei". Ούτε για μια στιγμή δεν της πέρασε από το μυαλό να μην πάει να τον ανταμωσει, ενώ αυτός ούτε για μια στίγμη δεν πίστεψε οτι θα την ρίξει με αυτό το γράμμα, που το έγραψε πάνω στην απελπισία του...
Ντύθηκαν και οι δύο με τα καλύτερα τους ρούχα γι'αυτή την συνάντηση. Όταν ανταμώσανε αγκαλιάστηκαν δυνατά. "Θα σε κάμω βασίλισσα" της είπε... -"ο θείος μου τι θα πει που με πλεύρισε φτωχός;"...-"θα σε κλέψω και θα πάμε να ζήσουμε στο μαντρί μου για λίγο καιρό μέχρι να μαλακώσει ο θείος"... Με τις πολλές υποσχέσεις ο Σταύρος ξάπλωσε την Δήμητρα... κι όπως καταλαβαίνετε μετά την ακρογιαλιά, η Δημητρούλα ήταν η δεύτερη που έχασε την παρθενιά της απ' τον Σταύρο. Όμως οσο τα παιδιά φόραγαν τα ρούχα τους πλησίαζε ο κυρ-Μάκης κι όταν αντελήφθη τι έχει συμβεί φώναξε "Τώρα αγαπούλες μου θα σας δικάσω και τους δύο... την μυρίστηκα την φτιάξη τόσο καιρό που άκουγα μια φλογέρα κάθε απόγευμα και δεν έξερα απο που μου 'ρχόταν... τώρα θα δείτε τι πάθετε που με στεναχωρήσατε...". Η Δήμητρα άρχιζει να παρακαλεί τον θείο της να μην τους κάνει κακό, ενώ ο Σταύρος αρχίζει να ισχυρίζεται, μέσα στον πανικό του, οτι η Δήμητρα τον βίασε. Ο κυρ-Μάκης αγριεμένος αρπάζει τον Σταύρο απ' τον λαιμό και του λέει "δεν έχω καριοφίλι πάνω μου και την γλιτώνεις... θα σου δώσω μερικά λεφτά να σηκωθείς να φύγεις απο το νησί και να μην πεις πουθενά αυτό που έγινε. Με την ευκαιρία θα σου δώσω και λεφτά να πας να μάθεις φλογέρα γιατί δεν ακουγόσουν με τίποτα". -"Εντάξει κέριε Μάκη μου, πάρτε και το μαντρί μου άμα θέλετε, μη μου κάνετε κακό... έχω άρρωστη μανούλα".
Μετά απο δύο βδομάδες ο Σταύρος έμαθε γράμματα και έπιασε δουλειά σαν δημόσιος υπάλληλος στην Αθήνα μέσω ενός κονέ που είχε ο κυρ Μάκης με το τότε κυβερνόν κόμμα. Το κίτρινο μαντρί άρχισε να το διαχειρίζεται ο κυρ-Μάκης και γρήγορα πήρε τα πρωτεία σε παραγωγή και ζήτηση απο το πράσινο και το κόκκινο μαντρί, η κτηνοτροφία άλλωστε ήταν το μόνο πεδίο που δεν είχε απλώσει τις οικονομικές του δραστηριότητες. Η Δήμητρα κι ο Σταύρος έζησαν πλέον μακριά ο ένας απο τον άλλον, αλλά ο έρωτας τους δεν σβήστηκε ούτε με την απομόνωση που επέβαλε ο κυρ-Μάκης στην Δήμητρα αλλά ούτε και με την κοινωνική και πνευματική καταξίωση που επέβαλε ο ίδιος στον Σταύρο. Κάποια μέρα ξέρουν οτι θα συναντηθούν ξανά στα λιβάδια ή στις ακρογιαλιές και δεν θα υπάρχει πια κανείς να τους χωρίζει... ως τότε αυτή θα ζει φυλακισμένη σε έναν επίγειο παράδεισο κι αυτός σε έναν αφιλόξενο -για τον βοσκό που κρύβει μέσα του- αστικό τρόπο ζωής...
Τάσος, Sofiko
Ανθρωπιστική προτροπή προς Βιετναμέζο αντικαγκελάριο της Γερμανίας, κ. Ρέσλερ: Ο Έλληνας είναι wrestler. Βγάλε τα γυαλιά, γιατί η επαφή με το ταπί μπορεί να είναι οδυνηρή.